Λεξιλογείον

Συγκεντρωτικό export δημόσιας προβολής

Αδιαλλαξία

Σημασίες

έλλειψη διάθεσης για αναθεώρηση γνώμης, συμβιβασμό ή υποχώρηση

Συνώνυμα

ισχυρογνωμοσύνη

Αντώνυμα

διαλλακτικότητα

Χρήση

απόλυτη/εργοδοτική/θρησκευτική (ΑΝΤ. ανεξιθρησκία)/ιδεολογική/κυβερνητική/πολιτική (= ακαμψία) ~. ~ της άλλης πλευράς.

Βαυκαλίζω

Σημασίες

εξαπατώ ή καθησυχάζω κάποιον με ψεύτικες προσδοκίες

Συνώνυμα

Παραμυθιάζω, Κοροϊδεύω

Αντώνυμα

Ξεκαθαρίζω, Ενημερώνω

Χρήση

Ο πατέρας του βαυκαλίζεται ότι θα βρει μια λύση στα προβλήματα τους χωρίς πραγματικά να προσπαθεί.

εμφορούμαι

Σημασίες

κυριαρχούμαι, ψυχικά ή πνευματικά, από ένα συναίσθημα, μια ιδέα κτλ.

Συνώνυμα

κυριαρχούμαι, διακατέχομαι

Αντώνυμα

Χρήση

Εμφορείται από ευγενή αισθήματα / από τα ιδεώδη της κοινωνικής δικαιοσύνης.

ενδελέχεια

Σημασίες

Η προσεκτική, στοχαστική παρατήρηση — συνήθως με φιλοσοφική διάθεση.

Συνώνυμα

Λεπτομέρεια, αναλυτικότητα, διεξοδικότητα

Αντώνυμα

Ασάφεια, προχειρότητα, επιφανειακότητα

Χρήση

1) Με ενδελέχεια εξέτασε όλα τα στοιχεία της υπόθεσης πριν καταλήξει σε συμπέρασμα.

2) Η εργασία του ξεχώρισε για την ενδελέχεια και την ακρίβειά της.

καθαρτήριο

Σημασίες

•καθαρτήριο: κα-θαρ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) ΘΡΗΣΚ. (κατά τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) είναι ο τόπος ή κατάσταση πρόσκαιρης τιμωρίας των δίκαιων ψυχών, προκειμένου να εξαγνιστούν και να εξιλεωθούν, για να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο.

Συνώνυμα

κάθαρση, εξιλέωση, λύτρωση, δοκιμασία (μεταφορικά), τιμωρία (σε ορισμένα συμφραζόμενα)

Αντώνυμα

αμαρτία, ενοχή, καταδίκη

Χρήση

Κυριολεκτική/θρησκευτική χρήση:

Στη χριστιανική παράδοση, το καθαρτήριο θεωρείται τόπος όπου οι ψυχές εξαγνίζονται πριν φτάσουν στον παράδεισο.

Μεταφορική χρήση:

Οι δυσκολίες που πέρασε έγιναν ένα προσωπικό του καθαρτήριο.

χαρά η

Σημασίες

• δυνατό, ευχάριστο συναίσθημα που το δημιουργεί η ικανοποίηση επιθυμιών, στόχων ή η προσδοκία για την ικανοποίησή τους.
• για κπ. ή για κτ. που γίνεται αιτία χαράς.

Συνώνυμα

ευτυχία

Αντώνυμα

λύπη, θλίψη

Χρήση

νιώθω ~ για την επιτυχία μου

χειραφέτηση η

Σημασίες

1α. απαλλαγή από τη γονική κηδεμονία

1β. αναγνώριση στη γυναίκα όλων των αστικών δικαιωμάτων που έχει και ο άντρας.

2. απαλλαγή από κάποια εξάρτηση

Συνώνυμα

χειραφεσία, απελευθέρωση, αποδέσμευση, αυτονόμηση, αυτονομία, ανεξαρτησία, απεγκλωβισμός, αυτοδιάθεση

Αντώνυμα

υποδούλωση, υποταγή, εξάρτηση

Χρήση

1α. H χειραφέτηση των νέων

2. Είναι απαραίτητη η χειραφέτηση της εξωτερικής μας πολιτικής από τις ξένες δυνάμεις