ΛΗΜΜΑ: Αδιαλλαξία ΣΗΜΑΣΙΕΣ: έλλειψη διάθεσης για αναθεώρηση γνώμης, συμβιβασμό ή υποχώρηση ΣΥΝΩΝΥΜΑ: ισχυρογνωμοσύνη ΑΝΤΩΝΥΜΑ: διαλλακτικότητα ΧΡΗΣΗ: απόλυτη/εργοδοτική/θρησκευτική (ΑΝΤ. ανεξιθρησκία)/ιδεολογική/κυβερνητική/πολιτική (= ακαμψία) ~. ~ της άλλης πλευράς. ==================== ΛΗΜΜΑ: Βαυκαλίζω ΣΗΜΑΣΙΕΣ: εξαπατώ ή καθησυχάζω κάποιον με ψεύτικες προσδοκίες ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Παραμυθιάζω, Κοροϊδεύω ΑΝΤΩΝΥΜΑ: Ξεκαθαρίζω, Ενημερώνω ΧΡΗΣΗ: Ο πατέρας του βαυκαλίζεται ότι θα βρει μια λύση στα προβλήματα τους χωρίς πραγματικά να προσπαθεί. ==================== ΛΗΜΜΑ: εμφορούμαι ΣΗΜΑΣΙΕΣ: κυριαρχούμαι, ψυχικά ή πνευματικά, από ένα συναίσθημα, μια ιδέα κτλ. ΣΥΝΩΝΥΜΑ: κυριαρχούμαι, διακατέχομαι ΑΝΤΩΝΥΜΑ: — ΧΡΗΣΗ: Εμφορείται από ευγενή αισθήματα / από τα ιδεώδη της κοινωνικής δικαιοσύνης. ==================== ΛΗΜΜΑ: ενδελέχεια ΣΗΜΑΣΙΕΣ: Η προσεκτική, στοχαστική παρατήρηση — συνήθως με φιλοσοφική διάθεση. ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Λεπτομέρεια, αναλυτικότητα, διεξοδικότητα ΑΝΤΩΝΥΜΑ: Ασάφεια, προχειρότητα, επιφανειακότητα ΧΡΗΣΗ: 1) Με ενδελέχεια εξέτασε όλα τα στοιχεία της υπόθεσης πριν καταλήξει σε συμπέρασμα. 2) Η εργασία του ξεχώρισε για την ενδελέχεια και την ακρίβειά της. ==================== ΛΗΜΜΑ: καθαρτήριο ΣΗΜΑΣΙΕΣ: •καθαρτήριο: κα-θαρ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) ΘΡΗΣΚ. (κατά τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) είναι ο τόπος ή κατάσταση πρόσκαιρης τιμωρίας των δίκαιων ψυχών, προκειμένου να εξαγνιστούν και να εξιλεωθούν, για να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο. ΣΥΝΩΝΥΜΑ: κάθαρση, εξιλέωση, λύτρωση, δοκιμασία (μεταφορικά), τιμωρία (σε ορισμένα συμφραζόμενα) ΑΝΤΩΝΥΜΑ: αμαρτία, ενοχή, καταδίκη ΧΡΗΣΗ: Κυριολεκτική/θρησκευτική χρήση: Στη χριστιανική παράδοση, το καθαρτήριο θεωρείται τόπος όπου οι ψυχές εξαγνίζονται πριν φτάσουν στον παράδεισο. Μεταφορική χρήση: Οι δυσκολίες που πέρασε έγιναν ένα προσωπικό του καθαρτήριο. ==================== ΛΗΜΜΑ: χαρά η ΣΗΜΑΣΙΕΣ: • δυνατό, ευχάριστο συναίσθημα που το δημιουργεί η ικανοποίηση επιθυμιών, στόχων ή η προσδοκία για την ικανοποίησή τους. • για κπ. ή για κτ. που γίνεται αιτία χαράς. ΣΥΝΩΝΥΜΑ: ευτυχία ΑΝΤΩΝΥΜΑ: λύπη, θλίψη ΧΡΗΣΗ: νιώθω ~ για την επιτυχία μου ==================== ΛΗΜΜΑ: χειραφέτηση η ΣΗΜΑΣΙΕΣ: 1α. απαλλαγή από τη γονική κηδεμονία 1β. αναγνώριση στη γυναίκα όλων των αστικών δικαιωμάτων που έχει και ο άντρας. 2. απαλλαγή από κάποια εξάρτηση ΣΥΝΩΝΥΜΑ: χειραφεσία, απελευθέρωση, αποδέσμευση, αυτονόμηση, αυτονομία, ανεξαρτησία, απεγκλωβισμός, αυτοδιάθεση ΑΝΤΩΝΥΜΑ: υποδούλωση, υποταγή, εξάρτηση ΧΡΗΣΗ: 1α. H χειραφέτηση των νέων 2. Είναι απαραίτητη η χειραφέτηση της εξωτερικής μας πολιτικής από τις ξένες δυνάμεις