Λεξιλογείον
Shared Greek Lexicon
Η μετάβαση ολοκληρώνεται και το περιεχόμενο φορτώνεται με ασφάλεια.
Smart
Εμφανίζεται μόνο όπου χρειάζεται, χωρίς να μπλοκάρει μόνιμα το UI.
Safe
Δεν κρύβει σφάλματα· απλώς γεφυρώνει το κενό μέχρι να ολοκληρωθεί η φόρτωση.
Light
Χρησιμοποιεί ήπιες μεταβάσεις ώστε να μη ζαλίζει σε desktop ή mobile.
Λεξιλογείον
Shared Greek Lexicon
Λήμμα
Στη δημόσια προβολή παραμένει μόνο το καθαρό λεξικογραφικό περιεχόμενο, χωρίς εσωτερικά στοιχεία δημιουργών και διαχείρισης.
Συνώνυμα
5
Αντώνυμα
3
Κατάσταση
Καθαρή δημόσια
Σημασίες
Σάλος ο [sálos] Ο18 (χωρίς πληθ.) : ο ευρύτατος, συνήθ. αρνητικός, αντίκτυπος που έχει ένα γεγονός στην κοινή γνώμη: Οι αποκαλύψεις για πολιτικά σκάνδαλα προκάλεσαν σάλο. || H καινούρια του ταινία προκάλεσε σάλο στην Ευρώπη, συζητήθηκε πολύ, προκάλεσε έντονες θετικές ή αρνητικές αντιδράσεις.
[λόγ. < αρχ. σάλος `ταρακούνημα της θάλασσας΄]
Παραδείγματα
«Η φωτογραφία που ανέβασε ο καλλιτέχνης ξεσήκωσε σάλο στο διαδίκτυο»
«Το πλοίο πάλευε με τον σάλο της θάλασσας όλη τη νύχτα»
«Πέρασε μέσα από τον σάλο της ζωής και βγήκε νικητής»
Σύνοψη
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Ταυτότητα λήμματος
Slug
σαλος
Tags
Χωρίς tags
Share
Η κοινοποίηση περιλαμβάνει μόνο το λεξικογραφικό περιεχόμενο του λήμματος και το δημόσιο link του.
Δημόσιο URL
https://lexilogeion.vercel.app/entry/1f47ddd0-48b3-47e1-ba51-b5b606712add