Λογότυπο Λεξιλογείον

Λεξιλογείον

Shared Greek Lexicon

Loading

Το Λεξιλογείον ετοιμάζει τη σελίδα

Η μετάβαση ολοκληρώνεται και το περιεχόμενο φορτώνεται με ασφάλεια.

Σταδιακή φόρτωση

Smart

Εμφανίζεται μόνο όπου χρειάζεται, χωρίς να μπλοκάρει μόνιμα το UI.

Safe

Δεν κρύβει σφάλματα· απλώς γεφυρώνει το κενό μέχρι να ολοκληρωθεί η φόρτωση.

Light

Χρησιμοποιεί ήπιες μεταβάσεις ώστε να μη ζαλίζει σε desktop ή mobile.

Λογότυπο Λεξιλογείον

Λεξιλογείον

Shared Greek Lexicon

ΑρχικήΛεξικόΜάθησηΤάξειςΕξαγωγές
Δημόσια προβολή
Σύνδεση
Δημόσια περιήγηση στο σχολικό λεξικό
ΑρχικήΛεξικόΜάθησηΣύνδεσηΟδηγός

Λεξιλογείον

Ασφαλές κοινόχρηστο λεξικό για μαθητές και καθηγητές.

ΟδηγόςΒοήθειαΕπικοινωνίαLogo KitΣχετικάΑπόρρητοΌροι
Σχολικό, συνεργατικό και έτοιμο για κεντρικό λεξικό και λεξικά τάξεων

Το κοινό λεξικό του σχολείου, με καθαρή δομή, ταξικές διαδρομές και σύγχρονη σχολική αισθητική.

Το Λεξιλογείον είναι ένας ασφαλής χώρος όπου το κεντρικό λεξικό του σχολείου συνυπάρχει με ξεχωριστά λεξικά τάξεων. Κάθε τάξη μπορεί να δουλεύει στο δικό της permalink, ενώ τα δημόσια λήμματα εξακολουθούν να εμφανίζονται με καθαρή σήμανση πηγής, ώστε ο αναγνώστης να ξέρει πάντα από πού προέρχεται κάθε λέξη.

Άνοιγμα κεντρικού λεξικούΟδηγός τάξεων και ροώνΔημόσιες τάξειςΕίσοδος σχολικής κοινότητας
Νέα λογική χώρου: Το κεντρικό λεξικό συνεχίζει να είναι ο κοινός δημόσιος πυρήνας του σχολείου, ενώ κάθε τάξη μπορεί να αποκτά το δικό της ξεχωριστό λεξικό με διαδρομές όπως /β1 ή /αρχαια-λυκειου.

Κεντρικός χώρος

Δημόσιο λεξικό σχολείου

Τάξεις

Ξεχωριστά λεξικά με permalink

Ασφάλεια

RLS, ρόλοι, CAPTCHA, audit

Γνωρίζατε τη λέξη;Κεντρικό λεξικό

ορθολογισμός

Ο τρόπος σκέψης όπου κάποιος βασίζεται στη λογική, τη σκέψη και τα επιχειρήματα για να καταλάβεις κάτι ή να πάρεις αποφάσεις.

Άνοιγμα λήμματος με εστίαση→

Κεντρικό και ταξικά λεξικά

Το Λεξιλογείον κρατά το κεντρικό δημόσιο λεξικό του σχολείου, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να φιλοξενεί και ξεχωριστά λεξικά τάξεων με δικό τους permalink και δική τους ροή εργασίας.

Πώς δουλεύει

Μια καθαρή ροή από το κεντρικό προς τις τάξεις

1

Το κεντρικό λεξικό μένει ο κοινός δημόσιος πυρήνας του σχολείου, με καθαρά λήμματα και ασφαλή δημόσια προβολή.

2

Κάθε τάξη μπορεί να αποκτήσει δικό της permalink, δικό της λεξικό και δική της ιδιωτική/δημόσια ροή χωρίς να μπλέκεται με τις υπόλοιπες τάξεις.

3

Όταν μια λέξη υπάρχει δημόσια σε περισσότερες από μία πηγές, ο αναγνώστης βλέπει καθαρά την προέλευση, όπως Κεντρικό λεξικό ή Τάξη Β1.

Δημόσια ανακοίνωση

Ασφαλές σχολικό περιβάλλον

Η πρόσβαση γίνεται με ελεγχόμενους ρόλους, ασφαλείς προσκλήσεις, προστατευμένα auth flows, Turnstile και περιορισμούς ορατότητας ώστε κάθε τάξη να παραμένει καθαρή και εστιασμένη.

Μελέτη, συνεργασία και εξαγωγές

Μαθητές και εκπαιδευτικοί οργανώνουν λήμματα, αγαπημένα, μελέτη, σχόλια, εκδόσεις και εξαγωγές χωρίς να χάνεται η λεξικογραφική καθαρότητα του περιεχομένου.

Βοηθήστε μας να εξελίξουμε το «Λεξιλογείον»!

Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε το καλύτερο ψηφιακό εργαλείο για την ελληνική γλώσσα. Η δική σας εμπειρία είναι ο οδηγός μας για τις επόμενες βελτιώσεις και τα νέα χαρακτηριστικά της εφαρμογής. Αφιερώστε 2 λεπτά για μια σύντομη αξιολόγηση και βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι! 👉 📝 [ https://forms.gle/zTQT3KuLyYKniP2fA ] -- Παρακαλώ επικολλήστε τον σύνδεσμο στον browser σας.

Μετάβαση στις ανακοινώσεις

Δημόσια λήμματα

Πρώτη ματιά στις διαθέσιμες πηγές

φαλκιδεύω

λήμμα
Κεντρικό λεξικόΔημόσιο

υπονομεύω, αποδυναμώνω, αλλοιώνω έντεχνα την ουσία αρχών ή θεσμών, περιορίζω κατακτημένα, νόμιμα δικαιώματα

υπονομεύω

λήμμα
Κεντρικό λεξικόΔημόσιο

Ενεργώ με ύπουλο τρόπο προκειμένου να βλάψω κάποιον ή κάτι.

ακτινοβολιοπροστατευτικός

λήμμα
Κεντρικό λεξικόΔημόσιο

Αυτός που παρέχει τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία από την ακτινοβολία (ιονίζουσα ή μη). Αναφέρεται σε υλικά, εξοπλισμό ή μέτρα που εμποδίζουν τις βλαβερές ακτίνες (π.χ. ακτίνες Χ, U...

ισχυρογνωμοσύνη

λήμμα
Κεντρικό λεξικόΔημόσιο

η αδικαιολόγητη και παράλογη επιμονή κάποιου σε μια γνώμη του.

Σάλος

λήμμα
Κεντρικό λεξικόΔημόσιο

Σάλος ο [sálos] Ο18 (χωρίς πληθ.) : ο ευρύτατος, συνήθ. αρνητικός, αντίκτυπος που έχει ένα γεγονός στην κοινή γνώμη: Οι αποκαλύψεις για πολιτικά σκάνδαλα προκάλεσαν σάλο. || H καιν...

Εξωραϊσμός

λήμμα
Κεντρικό λεξικόΔημόσιο

• εξωραϊσμός [ἐξωραϊσμός] ε-ξω-ρα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. καλλωπισμός χώρου ή κτιρίου: ~ πλατείας/προσόψεων. ~-ηλεκτροφωτισμός και δενδροφύτευση πάρκου. 2. (μτφ.-αρ...