Λεξιλογείον
Shared Greek Lexicon
Loading
Η μετάβαση ολοκληρώνεται και το περιεχόμενο φορτώνεται με ασφάλεια.
Smart
Εμφανίζεται μόνο όπου χρειάζεται, χωρίς να μπλοκάρει μόνιμα το UI.
Safe
Δεν κρύβει σφάλματα· απλώς γεφυρώνει το κενό μέχρι να ολοκληρωθεί η φόρτωση.
Light
Χρησιμοποιεί ήπιες μεταβάσεις ώστε να μη ζαλίζει σε desktop ή mobile.
Λεξιλογείον
Shared Greek Lexicon
Λήμμα
Στη δημόσια προβολή παραμένει μόνο το καθαρό λεξικογραφικό περιεχόμενο, χωρίς εσωτερικά στοιχεία δημιουργών και διαχείρισης.
Συνώνυμα
5
Αντώνυμα
3
Κατάσταση
Καθαρή δημόσια
Σημασίες
•καθαρτήριο: κα-θαρ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) ΘΡΗΣΚ. (κατά τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) είναι ο τόπος ή κατάσταση πρόσκαιρης τιμωρίας των δίκαιων ψυχών, προκειμένου να εξαγνιστούν και να εξιλεωθούν, για να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο.
Παραδείγματα
Κυριολεκτική/θρησκευτική χρήση:
Στη χριστιανική παράδοση, το καθαρτήριο θεωρείται τόπος όπου οι ψυχές εξαγνίζονται πριν φτάσουν στον παράδεισο.
Μεταφορική χρήση:
Οι δυσκολίες που πέρασε έγιναν ένα προσωπικό του καθαρτήριο.
Σύνοψη
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Ταυτότητα λήμματος
Slug
καθαρτηριο
Tags
Χωρίς tags