Παλινωδία
Ref 0f7de4b4
Παλινωδία [παλινῳδία] πα-λι-νω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) αναίρεση προηγούμενων αποφάσεων, απόψεων, ισχυρισμών ή υποσχέσεων: συνεχείς κυβερνητικές ~ες. Πβ. υπαναχώρηση. 2. ΦΙΛΟΛ. ποίημα (ωδή ή ύμνος)...
Συνώνυμα
3
Tags
Καθαρή προβολή