Σάλος
Ref 1f47ddd0
Σάλος ο [sálos] Ο18 (χωρίς πληθ.) : ο ευρύτατος, συνήθ. αρνητικός, αντίκτυπος που έχει ένα γεγονός στην κοινή γνώμη: Οι αποκαλύψεις για πολιτικά σκάνδαλα προκάλεσαν σάλο. || H καινούρια του ταινία προκάλεσε σάλο στην Ευρ...
Συνώνυμα
5
Tags
Καθαρή προβολή